πολεμιστής
πολεμιστής
πολεμίζω
a warrior, combatant, Il., Pind., etc.
π. ἵππος a war-horse, charger, Theocr.
{ "content": "πολεμιστής\n πολεμίζω\n a warrior, combatant, Il., Pind., etc.\n π. ἵππος a war-horse, charger, Theocr.", "key": "polemisth/s" }