πολεμάρχειος
πολεμάρχειος
πολεμάρχειος, ον,
from πολέμαρχος
of or belonging to the Polemarch; —τὸ πολεμάρχειον his residence, Xen.
{ "content": "πολεμάρχειος\n πολεμάρχειος, ον,\n from πολέμαρχος\n of or belonging to the Polemarch; —τὸ πολεμάρχειον his residence, Xen.", "key": "polema/rxeios" }