ποιμνίτης
ποιμνίτης
ποῑμνίτης, ου, ὁ,
= ποιμενικός
ὑμέναιος π. a shepherdʼs marriage song, Eur.
{ "content": "ποιμνίτης\n ποῑμνίτης, ου, ὁ,\n = ποιμενικός\n ὑμέναιος π. a shepherdʼs marriage song, Eur.", "key": "poimni/ths" }