ποίμνιον
ποίμνιον
ποίμνιον, ου, τό,
syncop. for ποιμένιον, ποίμνη, a flock, Hdt., Soph., etc.
metaph. of disciples, NTest.
{ "content": "ποίμνιον\n ποίμνιον, ου, τό,\n syncop. for ποιμένιον, ποίμνη, a flock, Hdt., Soph., etc.\n metaph. of disciples, NTest.", "key": "poi/mnion" }