Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
ποικιλοφόρμιγξ
ποικιλόφρων
ποίκιλσις
ποικιλτέος
ποικιλτής
ποικιλῳδός
ποιμαίνω
ποιμανόριον
ποιμάν
ποιμάνωρ
ποιμενικός
ποιμένιος
ποιμήν
ποιμνήϊος
ποίμνη
ποίμνιον
ποιμνιοτρόφος
ποιμνίτης
ποιναῖος
ποινάτωρ
ποινάω
View word page
ποιμενικός
ποιμενικός ποιμενικός, ή, όν ποιμήν of or for a shepherd, Theocr.: —ἡ -κή (sc. τέχνη) , Plat.
ShortDef
of or for a shepherd
Debugging
Headword:
ποιμενικός
Headword (normalized):
ποιμενικός
Headword (normalized/stripped):
ποιμενικος
IDX:
26562
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n26594
Key:
poimeniko/s
Data
{'content': 'ποιμενικός\n ποιμενικός, ή, όν\n ποιμήν\n of or for a shepherd, Theocr.: —ἡ -κή (sc. τέχνη) , Plat.', 'key': 'poimeniko/s'}