ποικιλόβουλος
ποικιλόβουλος
ποικῐλό-βουλος, ον,
βουλή
of changeful counsel, wily-minded, Hes., Anth.
{ "content": "ποικιλόβουλος\n ποικῐλό-βουλος, ον,\n βουλή\n of changeful counsel, wily-minded, Hes., Anth.", "key": "poikilo/boulos" }