ἀνδρόφθορος
ἀνδρόφθορος
φθείρω
cf. ἀνδροφθόρος
ἀνδρόφθορον αἷμα the blood of a slain man, Soph.
{ "content": "ἀνδρόφθορος\n φθείρω\n cf. ἀνδροφθόρος\n ἀνδρόφθορον αἷμα the blood of a slain man, Soph.", "key": "a)ndro/fqoros" }