ποθεινός
ποθεινός
ποθεινός, ή, όν
ποθέω
longed for, desired, much desired, esp. if absent or lost (v. πόθος, Trag.; ποθεινὸς ἦλθες Eur.; π. δάκρυα tears of regret, Eur.; π. τοῖς φίλοις Ar.:—adv., ποθεινοτέρως ἔχειν τινός to long greatly for a thing, Xen.
Headword (normalized):
ποθεινός
Headword (normalized/stripped):
ποθεινος
Intro Text:
ποθεινός
ποθεινός, ή, όν
ποθέω
longed for, desired, much desired, esp. if absent or lost (v. πόθος, Trag.; ποθεινὸς ἦλθες Eur.; π. δάκρυα tears of regret, Eur.; π. τοῖς φίλοις Ar.:—adv., ποθεινοτέρως ἔχειν τινός to long greatly for a thing, Xen.
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n26539
No citations.
{
"content": "ποθεινός\n ποθεινός, ή, όν\n ποθέω\n longed for, desired, much desired, esp. if absent or lost (v. πόθος, Trag.; ποθεινὸς ἦλθες Eur.; π. δάκρυα tears of regret, Eur.; π. τοῖς φίλοις Ar.:—adv., ποθεινοτέρως ἔχειν τινός to long greatly for a thing, Xen.",
"key": "poqeino/s"
}