ποδώκης
ποδώκης
ποδ-ώκης, ες
ὠκύς
swiftfooted, of Achilles, Il.; π. ἄνθρωπος Thuc.; λαγώς Xen.
generally, swift, quick, ὄμμα Aesch.; θεῶν π. βλάβαι Soph.
{ "content": "ποδώκης\n ποδ-ώκης, ες\n ὠκύς\n swiftfooted, of Achilles, Il.; π. ἄνθρωπος Thuc.; λαγώς Xen.\n generally, swift, quick, ὄμμα Aesch.; θεῶν π. βλάβαι Soph.", "key": "podw/khs" }