ἀνδροτυχής
ἀνδροτυχής
ἀνήρ, τυγχάνω
getting a husband, ἀνδρ. βίοτος wedded life, Aesch.
{ "content": "ἀνδροτυχής\n ἀνήρ, τυγχάνω\n getting a husband, ἀνδρ. βίοτος wedded life, Aesch.", "key": "a)ndrotuxh/s" }