πνευματικός
πνευματικός
from πνεῦμα
πνευμᾰτικός, ή, όν
of spirit, spiritual, NTest.
{ "content": "πνευματικός\n from πνεῦμα\n πνευμᾰτικός, ή, όν\n of spirit, spiritual, NTest.", "key": "pneumatiko/s" }