Πλουτεύς
Πλουτεύς
Πλουτεύς, έως, ὁ,
collat. form of Πλούτων
gen. Πλουτέως, -έος, Anth.; dat. Πλουτέϊ, -ῆι; acc. Πλουτέα Anth., etc.
{ "content": "Πλουτεύς\n Πλουτεύς, έως, ὁ,\n collat. form of Πλούτων\n gen. Πλουτέως, -έος, Anth.; dat. Πλουτέϊ, -ῆι; acc. Πλουτέα Anth., etc.", "key": "*plouteu/s" }