πλινθοφορέω
πλινθοφορέω
πλινθοφορέω,
fut. -ήσω
carry bricks, Ar.
from πλινθοφόρος
{ "content": "πλινθοφορέω\n πλινθοφορέω,\n fut. -ήσω\n carry bricks, Ar.\n from πλινθοφόρος", "key": "plinqofore/w" }