πλινθίον
πλινθίον
πλινθίον, ου, τό,
Dim. of πλίνθος
a small brick, Thuc., Xen.
= πλαίσιον, a rectangle or square, Plut.
{ "content": "πλινθίον\n πλινθίον, ου, τό,\n Dim. of πλίνθος\n a small brick, Thuc., Xen.\n = πλαίσιον, a rectangle or square, Plut.", "key": "plinqi/on" }