Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
πλεονάκις
πλεοναχῇ
πλεοναχός
πλεονεκτέω
πλεονέκτημα
πλεονέκτης
πλεονεκτητέος
πλεονεκτικός
πλεονεξία
πλέος
πλεύμων
πλευρά
πλευρόθεν
πλευροκοπέω
πλευρόν
πλευροτυπής
πλεύρωμα
πλευστέος
πλευστικός
πλέω
πλέως
View word page
πλεύμων
πλεύμων πλεύμων, ονος, ὁ, later Attic form of πνεύμων.
ShortDef
the lungs; jelly-fish
Debugging
Headword:
πλεύμων
Headword (normalized):
πλεύμων
Headword (normalized/stripped):
πλευμων
IDX:
26363
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n26395
Key:
pleu/mwn
Data
{'content': 'πλεύμων\n πλεύμων, ονος, ὁ,\n later Attic form of πνεύμων.', 'key': 'pleu/mwn'}