πλεονεκτικός
πλεονεκτικός
πλεονεκτικός, ή, όν
disposed to take too much, greedy, Dem., etc. adv. -κῶς, Plat.; πλ. ἔχειν Dem.
{ "content": "πλεονεκτικός\n πλεονεκτικός, ή, όν\n disposed to take too much, greedy, Dem., etc. adv. -κῶς, Plat.; πλ. ἔχειν Dem.", "key": "pleonektiko/s" }