πλατυντέος
πλατυντέος
πλατυντέος, ον,
verb. adj.
one must extend, Xen.
from πλᾰτύνω
{ "content": "πλατυντέος\n πλατυντέος, ον,\n verb. adj.\n one must extend, Xen.\n from πλᾰτύνω", "key": "platunte/os" }