πίστωμα
πίστωμα
πίστωμα, ατος, τό,
πιστόω
an assurance, warrant, guarantee, pledge, Aesch., etc.
of persons, γηραλᾶ πιστώματα, πιστοὶ γέροντες, Aesch.
{ "content": "πίστωμα\n πίστωμα, ατος, τό,\n πιστόω\n an assurance, warrant, guarantee, pledge, Aesch., etc.\n of persons, γηραλᾶ πιστώματα, πιστοὶ γέροντες, Aesch.", "key": "pi/stwma" }