πιστευτικός
πιστευτικός
πιστευτικός, ή, όν
disposed to trust, confiding, Arist.: —adv., πιστευτικῶς ἔχειν τινί to rely upon one, Plat.
creating belief, Plat.
from πιστεύω
{ "content": "πιστευτικός\n πιστευτικός, ή, όν\n disposed to trust, confiding, Arist.: —adv., πιστευτικῶς ἔχειν τινί to rely upon one, Plat.\n creating belief, Plat.\n from πιστεύω", "key": "pisteutiko/s" }