πίστευμα
πίστευμα
πίστευμα, ατος, τό,
= πίστωμα, Aesch.
No short def.
Headword (normalized):
πίστευμα
Headword (normalized/stripped):
πιστευμα
Intro Text:
πίστευμα
πίστευμα, ατος, τό,
= πίστωμα, Aesch.
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n26261
No citations.
{
"content": "πίστευμα\n πίστευμα, ατος, τό,\n = πίστωμα, Aesch.",
"key": "pi/steuma"
}