Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

πιλιπής
πιλνάω
πῖλος
πιλοφορικός
πιλοφόρος
πιλωτός
πιμελή
πιμελής
πιμπλάνομαι
Πίμπλεια
πιμπλέω
πίμπλημι
πίμπρημι
πινακηδόν
πινάκιον
πινακίσκος
πινακίς
πινακοθήκη
πινακοπώλης
πίναξ
πιναρός
View word page
πιμπλέω
πιμπλέω πιμπλέω, = πίμπλημι Ionic part. pres. fem. πιμπλεῦσαι, Hes.

ShortDef

No short def.

Debugging

Headword:
πιμπλέω
Headword (normalized):
πιμπλέω
Headword (normalized/stripped):
πιμπλεω
IDX:
26189
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n26219
Key:
pimple/w

Data

{'content': 'πιμπλέω\n πιμπλέω,\n = πίμπλημι\n Ionic part. pres. fem. πιμπλεῦσαι, Hes.', 'key': 'pimple/w'}