πημοσύνη
πημοσύνη
πημοσύνη, ἡ,
= πημονή, πῆμα, Aesch.
No short def.
Headword (normalized):
πημοσύνη
Headword (normalized/stripped):
πημοσυνη
Intro Text:
πημοσύνη
πημοσύνη, ἡ,
= πημονή, πῆμα, Aesch.
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n26145
No citations.
{
"content": "πημοσύνη\n πημοσύνη, ἡ,\n = πημονή, πῆμα, Aesch.",
"key": "phmosu/nh"
}