πήλινος
πήλινος
πήλινος, η, ον
πηλός
of clay, Lat. fictilis, οἱ πήλινοι clay figures, Dem.
{ "content": "πήλινος\n πήλινος, η, ον\n πηλός\n of clay, Lat. fictilis, οἱ πήλινοι clay figures, Dem.", "key": "ph/linos" }