Πηλιακός
Πηλιακός
Πηλιᾰκός, ή, όν
Πήλιον
Pelian, of or from Mount Pelion, Anth.:—fem. Πηλιάς, άδος, Il.
{ "content": "Πηλιακός\n Πηλιᾰκός, ή, όν\n Πήλιον\n Pelian, of or from Mount Pelion, Anth.:—fem. Πηλιάς, άδος, Il.", "key": "*phliako/s" }