Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

πηγάζω
πηγαῖος
πήγανον
Πηγασίς
Πήγασος
πηγάς
πηγεσίμαλλος
πηγή
πῆγμα
πήγνυμι
πηγός
πηγυλίς
πηδάλιον
πηδάω
πήδημα
πήδησις
πηδητικός
πηδός
πηκτή
πηκτίς
πηκτός
View word page
πηγός
πηγός πήγνυμι II well put together, compact, strong, Il.; κύματι πηγῶι on the strong, big wave, Od.

ShortDef

well put together, compact, strong

Debugging

Headword:
πηγός
Headword (normalized):
πηγός
Headword (normalized/stripped):
πηγος
IDX:
26080
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n26110
Key:
phgo/s

Data

{'content': 'πηγός\n πήγνυμι II\n well put together, compact, strong, Il.; κύματι πηγῶι on the strong, big wave, Od.', 'key': 'phgo/s'}