πευστήριος
πευστήριος
πευστήριος, α, ον
of or for inquiry, πευστηρία (sc. θυσία) a sacrifice for learning the will of the gods, Eur.
{ "content": "πευστήριος\n πευστήριος, α, ον\n of or for inquiry, πευστηρία (sc. θυσία) a sacrifice for learning the will of the gods, Eur.", "key": "peusth/rios" }