Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
πέτρα
πετρηδόν
πετρήεις
πετρηρεφής
πετρήρης
πετρίδιον
πέτρινος
πετροβολία
πετροβόλος
πετρόκοιτος
πετροκυλιστής
πετρορριφής
πέτρος
πετροτόμος
πετρόω
πετρώδης
πευθήν
πεύθομαι
πευθώ
πευκάλιμος
πευκεδανός
View word page
πετροκυλιστής
πετροκυλιστής πετρο-κῠλιστής, οῦ, ὁ, a roller of rocks, Strab.
ShortDef
a roller of rocks
Debugging
Headword:
πετροκυλιστής
Headword (normalized):
πετροκυλιστής
Headword (normalized/stripped):
πετροκυλιστης
IDX:
26051
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n26081
Key:
petrokulisth/s
Data
{'content': 'πετροκυλιστής\n πετρο-κῠλιστής, οῦ, ὁ,\n a roller of rocks, Strab.', 'key': 'petrokulisth/s'}