πέταλον
πέταλον
πέτᾰλον, ου, τό,
πετάννυμι
a leaf, mostly in pl., Hom.:— poet., νεικέων πέταλα contentious votes (cf. πεταλισμός) , Pind.
a leaf of metal, Luc.
{ "content": "πέταλον\n πέτᾰλον, ου, τό,\n πετάννυμι\n a leaf, mostly in pl., Hom.:— poet., νεικέων πέταλα contentious votes (cf. πεταλισμός) , Pind.\n a leaf of metal, Luc.", "key": "pe/talon" }