πέσημα
πέσημα
πέσημα, ατος, τό,
a fall, Soph., Eur.; τὸ οὐρανοῦ πέσ., i.e. the Palladium, Eur.; πεσήματα νεκρῶν dead corpses, (cf. πτῶμα) Eur.
{ "content": "πέσημα\n πέσημα, ατος, τό,\n a fall, Soph., Eur.; τὸ οὐρανοῦ πέσ., i.e. the Palladium, Eur.; πεσήματα νεκρῶν dead corpses, (cf. πτῶμα) Eur.", "key": "pe/shma" }