Περσικός
Περσικός
Περσικός, ή, όν
Persian, ἡ Περσική (sc. χώρα) Persia, Hdt., etc.
Περσικαί, ῶν, αἱ, a sort of thin shoes or slippers, Ar.
Περσικός, οῦ, or Περσικόν, οῦ, the peach, Lat. malum Persicum.
Π. ὄρνις the common cock, Ar.
τὰ Περσικά the Persian war, Plat., etc.; in earlier writers called τὰ Μηδικά.
Headword (normalized):
περσικός
Headword (normalized/stripped):
περσικος
Intro Text:
Περσικός
Περσικός, ή, όν
Persian, ἡ Περσική (sc. χώρα) Persia, Hdt., etc.
Περσικαί, ῶν, αἱ, a sort of thin shoes or slippers, Ar.
Περσικός, οῦ, or Περσικόν, οῦ, the peach, Lat. malum Persicum.
Π. ὄρνις the common cock, Ar.
τὰ Περσικά the Persian war, Plat., etc.; in earlier writers called τὰ Μηδικά.
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n26042
No citations.
{
"content": "Περσικός\n Περσικός, ή, όν\n Persian, ἡ Περσική (sc. χώρα) Persia, Hdt., etc.\n Περσικαί, ῶν, αἱ, a sort of thin shoes or slippers, Ar.\n Περσικός, οῦ, or Περσικόν, οῦ, the peach, Lat. malum Persicum. \n Π. ὄρνις the common cock, Ar.\n τὰ Περσικά the Persian war, Plat., etc.; in earlier writers called τὰ Μηδικά.",
"key": "*persiko/s"
}