περόνημα
περόνημα
περόνημα, Doric περόνᾱμα, ατος, τό,
= πόρπᾱμα
a garment pinned or buckled on, Theocr.
{ "content": "περόνημα\n περόνημα, Doric περόνᾱμα, ατος, τό,\n = πόρπᾱμα\n a garment pinned or buckled on, Theocr.", "key": "pero/nhma" }