περιχαρής
περιχαρής
περι-χᾰρής, ές
χαίρω
exceeding joyous or glad, Hdt., Soph., etc.; τινι at a thing, Hdt., Ar.:— τὸ π. excessive joy, Thuc.
{ "content": "περιχαρής\n περι-χᾰρής, ές\n χαίρω\n exceeding joyous or glad, Hdt., Soph., etc.; τινι at a thing, Hdt., Ar.:— τὸ π. excessive joy, Thuc.", "key": "perixarh/s" }