View word page
περιφαίνομαι
περιφαίνομαι Pass. to be visible all round, of mountains, etc., ὄρεος κορυφῇ περιφαινομένοιο Il.; περιφαινομένῳ ἐνὶ χώρῳ Hhymn.; so, ἐν περιφαινομένῳ (without Subst.) Od.

ShortDef

to be visible all round

Debugging

Headword:
περιφαίνομαι
Headword (normalized):
περιφαίνομαι
Headword (normalized/stripped):
περιφαινομαι
Intro Text:
περιφαίνομαι Pass. to be visible all round, of mountains, etc., ὄρεος κορυφῇ περιφαινομένοιο Il.; περιφαινομένῳ ἐνὶ χώρῳ Hhymn.; so, ἐν περιφαινομένῳ (without Subst.) Od.
IDX:
25940
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n25969
Key:
perifai/nomai

Senses and Citations (From Data)

Citations (From Models)

No citations.

Data

{
  "content": "περιφαίνομαι\n Pass. to be visible all round, of mountains, etc., ὄρεος κορυφῇ περιφαινομένοιο Il.; περιφαινομένῳ ἐνὶ χώρῳ Hhymn.; so, ἐν περιφαινομένῳ (without Subst.) Od.",
  "key": "perifai/nomai"
}