περιτροπή
περιτροπή
περιτροπή, ἡ,
περιτρέπω
a turning round, revolution, circuit, Plat.
a turning about, changing, ἐν περιτροπῇ by turns, Hdt.
{ "content": "περιτροπή\n περιτροπή, ἡ,\n περιτρέπω\n a turning round, revolution, circuit, Plat.\n a turning about, changing, ἐν περιτροπῇ by turns, Hdt.", "key": "peritroph/" }