περιτρομέω
περιτρομέω
= περιτρέμω
Mid., σάρκες περιτρομέοντο μέλεσσιν all the flesh crept on his limbs, Od.
{ "content": "περιτρομέω\n = περιτρέμω\n Mid., σάρκες περιτρομέοντο μέλεσσιν all the flesh crept on his limbs, Od.", "key": "peritrome/w" }