περίτριμμα
περίτριμμα
περί-τριμμα, ατος, τό,
anything worn smooth by rubbing: metaph., π. δικῶν, of a pettifogger, Ar.; π. ἀγορᾶς Dem.
{ "content": "περίτριμμα\n περί-τριμμα, ατος, τό,\n anything worn smooth by rubbing: metaph., π. δικῶν, of a pettifogger, Ar.; π. ἀγορᾶς Dem.", "key": "peri/trimma" }