περίτομος
περίτομος
περίτομος, ον,
περιτέμνω
cut off all round, abrupt, steep, Lat. abruptus, Polyb.
{ "content": "περίτομος\n περίτομος, ον,\n περιτέμνω\n cut off all round, abrupt, steep, Lat. abruptus, Polyb.", "key": "peri/tomos" }