περιτίλλω
περιτίλλω
fut. -τιλῶ
Pass., perf. -τέτιλμαι
to pluck all round, περ. θρίδακα to strip the outside leaves off a lettuce, Hdt.; so, θρίδαξ περιτετιλμένη Hdt.
{ "content": "περιτίλλω\n fut. -τιλῶ\n Pass., perf. -τέτιλμαι\n to pluck all round, περ. θρίδακα to strip the outside leaves off a lettuce, Hdt.; so, θρίδαξ περιτετιλμένη Hdt.", "key": "periti/llw" }