περιτέχνησις
περιτέχνησις
περι-τέχνησις, εως,
τεχνάομαι
extraordinary art or cunning, Thuc.
{ "content": "περιτέχνησις\n περι-τέχνησις, εως,\n τεχνάομαι\n extraordinary art or cunning, Thuc.", "key": "perite/xnhsis" }