περιτελέω
περιτελέω
fut. έσω
to finish all round or completely: Pass., περὶ δʼ ἤματα μακρὰ τελέσθη Od.
{ "content": "περιτελέω\n fut. έσω\n to finish all round or completely: Pass., περὶ δʼ ἤματα μακρὰ τελέσθη Od.", "key": "peritele/w" }