περιστεφής
περιστεφής
περι-στεφής, ές
στέφω
wreathed, crowned, ἀνθέων π. with a crown of flowers, Soph.
act. twining, encircling, κισσός Eur.
{ "content": "περιστεφής\n περι-στεφής, ές\n στέφω\n wreathed, crowned, ἀνθέων π. with a crown of flowers, Soph.\n act. twining, encircling, κισσός Eur.", "key": "peristefh/s" }