περιστεφανόω
περιστεφανόω
fut. ώσω
to enwreathe, encircle, Ar.:— Pass., πῖλοι πτεροῖσι περιεστεφανωμένοι Hdt.; οὔρεσι περιεστεφάνωται Θεσσαλίη Hdt.
{ "content": "περιστεφανόω\n fut. ώσω\n to enwreathe, encircle, Ar.:— Pass., πῖλοι πτεροῖσι περιεστεφανωμένοι Hdt.; οὔρεσι περιεστεφάνωται Θεσσαλίη Hdt.", "key": "peristefano/w" }