περιστερεών
περιστερεών
from περιστερά
περιστερεών, ῶνος, ὁ,
a dovecote, Plat.: περιστερῶν, Aesop.
{ "content": "περιστερεών\n from περιστερά\n περιστερεών, ῶνος, ὁ,\n a dovecote, Plat.: περιστερῶν, Aesop.", "key": "peristerew/n" }