περισπερχής
περισπερχής
περι-σπερχής, ές
σπέρχω
very hasty, π. πάθος a rash, overhasty death, Soph.
{ "content": "περισπερχής\n περι-σπερχής, ές\n σπέρχω\n very hasty, π. πάθος a rash, overhasty death, Soph.", "key": "perisperxh/s" }