Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
περισκέπω
περισκιρτάω
περισκοπέω
περισκυλακισμός
περισμαραγέω
περισοβέω
περισοφίζομαι
περισπασμός
περισπάω
περισπειράω
περισπερχέω
περισπερχής
περίσπλαγχνος
περισπογγίζω
περισπούδαστος
περισσεία
περίσσευμα
περισσεύω
περισσολογία
περισσολόγος
περισσός
View word page
περισπερχέω
περισπερχέω to be much angered, Hdt. from περισπερχής
ShortDef
to be much angered
Debugging
Headword:
περισπερχέω
Headword (normalized):
περισπερχέω
Headword (normalized/stripped):
περισπερχεω
Intro Text:
περισπερχέω to be much angered, Hdt. from περισπερχής
IDX:
25860
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n25889
Key:
perisperxe/w
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "περισπερχέω\n to be much angered, Hdt.\n from περισπερχής", "key": "perisperxe/w" }