περίσκεπτος
περίσκεπτος
περί-σκεπτος, ον,
from περισκέπτομαι
to be seen on all sides, far-seen, conspicuous, Od.
admired, Anth.
{ "content": "περίσκεπτος\n περί-σκεπτος, ον,\n from περισκέπτομαι\n to be seen on all sides, far-seen, conspicuous, Od.\n admired, Anth.", "key": "peri/skeptos" }