περισκελίς
περισκελίς
περι-σκελίς, ίδος, ἡ,
σκέλος
a leg-band, i. e. an anklet or bangle, Menand., Hor.
{ "content": "περισκελίς\n περι-σκελίς, ίδος, ἡ,\n σκέλος\n a leg-band, i. e. an anklet or bangle, Menand., Hor.", "key": "periskeli/s" }