περίσημος
περίσημος
περί-σημος, Doric περί-σᾱμος, ον,
σῆμα
very famous or n notable, Lat. insignis, Eur., Mosch.
{ "content": "περίσημος\n περί-σημος, Doric περί-σᾱμος, ον,\n σῆμα\n very famous or n notable, Lat. insignis, Eur., Mosch.", "key": "peri/shmos" }