περισείομαι
περισείομαι
Pass. to be shaken all round, ἔθειραι περισσείοντο (Epic for περιεσείοντο) the hair was floating round, Il.
{ "content": "περισείομαι\n Pass. to be shaken all round, ἔθειραι περισσείοντο (Epic for περιεσείοντο) the hair was floating round, Il.", "key": "perisei/omai" }