περιρρηδής
περιρρηδής
περιρ-ρηδής, ές
doubled round or over a thing, c. dat., περιρρηδὴς τραπέζῃ Od.
The deriv. of -ρήδης is uncertain; perh. from ῥέω.
{ "content": "περιρρηδής\n περιρ-ρηδής, ές\n doubled round or over a thing, c. dat., περιρρηδὴς τραπέζῃ Od.\n The deriv. of -ρήδης is uncertain; perh. from ῥέω.", "key": "perirrhdh/s" }